προθηματοποίηση
•
- γλωσσολογίαη διαδικασία κατά την οποία προστίθεται πρόθημα στην αρχή μιας λέξης, ώστε να σχηματιστεί νέα λέξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προθηματοποίηση < πρόθημα + -ο- + -ποίηση (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική préfixation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προθηματοποίηση | προθηματοποιήσεις |
| Γενική | προθηματοποίησης | προθηματοποιήσεων |
| Αιτιατική | προθηματοποίηση | προθηματοποιήσεις |
| Κλητική | προθηματοποίηση | προθηματοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →