προθυμοποιούμαι
•
- δείχνω πρόθυμος για κάτι, προσφέρομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προθυμοποιούμαι < ελληνιστική κοινή προθυμοποιέομαι / προθυμοποιοῦμαι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική s'empresser )
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →