προθώρακας
•
- εντομολογίαη πρόσθια άρθρωση του θώρακα εντόμων· μπροστά του βρίσκεται το κεφάλι και πίσω του ο μεσοθώρακας Βικιλεξικό
- οπλισμόςσταθερός μεταλλικός δακτύλιος που προστατεύει τον θάλαμο χειρισμού που είναι κλεισμένος μέσα σε σιδερένιο θόλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προθώρακας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα προθώραξ από την αιτιατική ενικού «τὸν προθώρακα», λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική prothorax < αρχαία ελληνική προ- + θώραξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προθώρακας | προθώρακες |
| Γενική | προθώρακα | προθωράκων |
| Αιτιατική | προθώρακα | προθώρακες |
| Κλητική | προθώρακα | προθώρακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →