προικισμός
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προικίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προικισμός < προικίζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προικισμός | προικισμοί |
| Γενική | προικισμού | προικισμών |
| Αιτιατική | προικισμό | προικισμούς |
| Κλητική | προικισμέ | προικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →