προικιό
•
- παρωχημένοστοιχείο / μέρος της προίκας Βικιλεξικό
- παρωχημένοτα ρούχα, σκεύη, κεντήματα κ.λπ. της νύφης, τα οποία παίρνει ως προίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προικιό < μεσαιωνική ελληνική προικιό < αρχαία ελληνική προίξ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προικιό | προικιά |
| Γενική | προικιού | προικιών |
| Αιτιατική | προικιό | προικιά |
| Κλητική | προικιό | προικιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →