Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προικοδοτώ

ρήμα
•
  1. κυριολεκτικάπαρέχω προίκα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάδωρίζω κάτι, το παραχωρώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προικοδοτώ < μεσαιωνική ελληνική προικοδοτέω / προικοδοτῶ < ελληνιστική κοινή προικοδότης < αρχαία ελληνική προῖκα (< αιτιατική ενικού του προίξ) + δίδωμι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροικοδοτώπροικοδοτείςπροικοδοτείπροικοδοτούμεπροικοδοτείτεπροικοδοτούν / προικοδοτούνε
Παρατατικόςπροικοδοτούσαπροικοδοτούσεςπροικοδοτούσεπροικοδοτούσαμεπροικοδοτούσατεπροικοδοτούσαν / προικοδοτούσανε
Αόριστοςπροικοδότησαπροικοδότησεςπροικοδότησεπροικοδοτήσαμεπροικοδοτήσατεπροικοδοτήσαν / προικοδοτήσανε / προικοδότησαν
Μέλλονταςθα προικοδοτήσω / θα προικοδοτώθα προικοδοτήσεις / θα προικοδοτείςθα προικοδοτήσει / θα προικοδοτείθα προικοδοτήσουμε / θα προικοδοτούμεθα προικοδοτήσετε / θα προικοδοτείτεθα προικοδοτήσουν / θα προικοδοτήσουνε / θα προικοδοτούν / θα προικοδοτούνε
Παρακείμενοςέχω προικοδοτήσειέχεις προικοδοτήσειέχει προικοδοτήσειέχουμε προικοδοτήσειέχετε προικοδοτήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα προικοδοτήσειείχες προικοδοτήσειείχε προικοδοτήσειείχαμε προικοδοτήσει——
Υποτακτικήνα έχω προικοδοτήσει / να προικοδοτήσω / να προικοδοτώνα έχεις προικοδοτήσει / να προικοδοτήσεις / να προικοδοτείςνα έχει προικοδοτήσει / να προικοδοτήσει / να προικοδοτείνα έχουμε προικοδοτήσει / να προικοδοτήσουμε / να προικοδοτούμενα έχετε προικοδοτήσει / να προικοδοτήσετε / να προικοδοτείτενα προικοδοτήσουν / να προικοδοτήσουνε / να προικοδοτούν / να προικοδοτούνε
Προστακτική—προικοδότει / προικοδότησε——προικοδοτήστε / προικοδοτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →