προικοθηρώ
•
- σπάνιοείμαι προικοθήρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προικοθηρώ < προικοθήρας + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προικοθηρώ | προικοθηρείς | προικοθηρεί | προικοθηρούμε | προικοθηρείτε | προικοθηρούν / προικοθηρούνε |
| Παρατατικός | προικοθηρούσα | προικοθηρούσες | προικοθηρούσε | προικοθηρούσαμε | προικοθηρούσατε | προικοθηρούσαν / προικοθηρούσανε |
| Αόριστος | προικοθήρησα | προικοθήρησες | προικοθήρησε | προικοθηρήσαμε | προικοθηρήσατε | προικοθήρησαν / προικοθηρήσαν / προικοθηρήσανε |
| Μέλλοντας | θα προικοθηρήσω / θα προικοθηρώ | θα προικοθηρήσεις / θα προικοθηρείς | θα προικοθηρήσει / θα προικοθηρεί | θα προικοθηρήσουμε / θα προικοθηρούμε | θα προικοθηρήσετε / θα προικοθηρείτε | θα προικοθηρήσουν / θα προικοθηρήσουνε / θα προικοθηρούν / θα προικοθηρούνε |
| Παρακείμενος | έχω προικοθηρήσει | έχεις προικοθηρήσει | έχει προικοθηρήσει | έχουμε προικοθηρήσει | έχετε προικοθηρήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προικοθηρήσει | είχες προικοθηρήσει | είχε προικοθηρήσει | είχαμε προικοθηρήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προικοθηρήσει / να προικοθηρήσω / να προικοθηρώ | να έχεις προικοθηρήσει / να προικοθηρήσεις / να προικοθηρείς | να έχει προικοθηρήσει / να προικοθηρήσει / να προικοθηρεί | να έχουμε προικοθηρήσει / να προικοθηρήσουμε / να προικοθηρούμε | να έχετε προικοθηρήσει / να προικοθηρήσετε / να προικοθηρείτε | να προικοθηρήσουν / να προικοθηρήσουνε / να προικοθηρούν / να προικοθηρούνε |
| Προστακτική | — | προικοθήρει / προικοθήρησε | — | — | προικοθηρήστε / προικοθηρείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →