Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προικώος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προίκα, αναφέρεται σ’ αυτή ή έχει δοθεί ως προίκα Βικιλεξικό
    • το σπίτι δεν μπορούσε να πωληθεί χωρίς την υπογραφή της συζύγου, διότι ήταν προικώο

Ετυμολογία

προικώος < ελληνιστική κοινή προικῷος < αρχαία ελληνική προίξ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροικώοςπροικώαπροικώο
Γενικήπροικώουπροικώαςπροικώου
Αιτιατικήπροικώοπροικώαπροικώο
Κλητικήπροικώεπροικώαπροικώο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροικώοιπροικώεςπροικώα
Γενικήπροικώωνπροικώωνπροικώων
Αιτιατικήπροικώουςπροικώεςπροικώα
Κλητικήπροικώοιπροικώεςπροικώα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →