προκάνω
•
- λαϊκότροποπρολαβαίνω, προφθάνω / προφταίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκάνω < αρχαία ελληνική προκάμνω < πρό + κάμνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προκάνω | προκάνεις | προκάνει | προκάνουμε | προκάνετε | προκάνουν / προκάνουνε |
| Παρατατικός | πρόκανα | πρόκανες | πρόκανε | προκάναμε | προκάνατε | προκάναν / προκάνανε / πρόκαναν |
| Αόριστος | πρόκανα | πρόκανες | πρόκανε | προκάναμε | προκάνατε | προκάναν / προκάνανε / πρόκαναν |
| Μέλλοντας | θα προκάνω | θα προκάνεις | θα προκάνει | θα προκάνουμε | θα προκάνετε | θα προκάνουν / θα προκάνουνε |
| Παρακείμενος | έχω προκάνει | έχεις προκάνει | έχει προκάνει | έχουμε προκάνει | έχετε προκάνει | έχουν προκάνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα προκάνει | είχες προκάνει | είχε προκάνει | είχαμε προκάνει | είχατε προκάνει | είχαν προκάνει |
| Υποτακτική | να έχω προκάνει / να προκάνω | να έχεις προκάνει / να προκάνεις | να έχει προκάνει / να προκάνει | να έχουμε προκάνει / να προκάνουμε | να έχετε προκάνει / να προκάνετε | να έχουν προκάνει / να προκάνουν / να προκάνουνε |
| Προστακτική | — | πρόκανε | — | — | προκάνετε / προκάντε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →