Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκαλυπτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προκάλυψη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προκαλυπτικός < προκαλύπτω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκαλυπτικόςπροκαλυπτικήπροκαλυπτικό
Γενικήπροκαλυπτικούπροκαλυπτικήςπροκαλυπτικού
Αιτιατικήπροκαλυπτικόπροκαλυπτικήπροκαλυπτικό
Κλητικήπροκαλυπτικέπροκαλυπτικήπροκαλυπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκαλυπτικοίπροκαλυπτικέςπροκαλυπτικά
Γενικήπροκαλυπτικώνπροκαλυπτικώνπροκαλυπτικών
Αιτιατικήπροκαλυπτικούςπροκαλυπτικέςπροκαλυπτικά
Κλητικήπροκαλυπτικοίπροκαλυπτικέςπροκαλυπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →