προκαλυπτικός
•
- που έχει σχέση με προκάλυψη ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκαλυπτικός < προκαλύπτω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκαλυπτικός | προκαλυπτική | προκαλυπτικό |
| Γενική | προκαλυπτικού | προκαλυπτικής | προκαλυπτικού |
| Αιτιατική | προκαλυπτικό | προκαλυπτική | προκαλυπτικό |
| Κλητική | προκαλυπτικέ | προκαλυπτική | προκαλυπτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκαλυπτικοί | προκαλυπτικές | προκαλυπτικά |
| Γενική | προκαλυπτικών | προκαλυπτικών | προκαλυπτικών |
| Αιτιατική | προκαλυπτικούς | προκαλυπτικές | προκαλυπτικά |
| Κλητική | προκαλυπτικοί | προκαλυπτικές | προκαλυπτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →