προκατάρτιση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προκαταρτίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκατάρτιση < μεσαιωνική ελληνική προκατάρτισις < ελληνιστική κοινή προκαταρτίζω < αρχαία ελληνική καταρτίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκατάρτιση | προκαταρτίσεις |
| Γενική | προκατάρτισης | προκαταρτίσεων |
| Αιτιατική | προκατάρτιση | προκαταρτίσεις |
| Κλητική | προκατάρτιση | προκαταρτίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →