προκαταβολικός
•
- που έχει σχέση με προκαταβολή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που συμβαίνει εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκαταβολικός < προκαταβολή + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκαταβολικός | προκαταβολική | προκαταβολικό |
| Γενική | προκαταβολικού | προκαταβολικής | προκαταβολικού |
| Αιτιατική | προκαταβολικό | προκαταβολική | προκαταβολικό |
| Κλητική | προκαταβολικέ | προκαταβολική | προκαταβολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκαταβολικοί | προκαταβολικές | προκαταβολικά |
| Γενική | προκαταβολικών | προκαταβολικών | προκαταβολικών |
| Αιτιατική | προκαταβολικούς | προκαταβολικές | προκαταβολικά |
| Κλητική | προκαταβολικοί | προκαταβολικές | προκαταβολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →