Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκαταβολικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με προκαταβολή ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που συμβαίνει εκ των προτέρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προκαταβολικός < προκαταβολή + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκαταβολικόςπροκαταβολικήπροκαταβολικό
Γενικήπροκαταβολικούπροκαταβολικήςπροκαταβολικού
Αιτιατικήπροκαταβολικόπροκαταβολικήπροκαταβολικό
Κλητικήπροκαταβολικέπροκαταβολικήπροκαταβολικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκαταβολικοίπροκαταβολικέςπροκαταβολικά
Γενικήπροκαταβολικώνπροκαταβολικώνπροκαταβολικών
Αιτιατικήπροκαταβολικούςπροκαταβολικέςπροκαταβολικά
Κλητικήπροκαταβολικοίπροκαταβολικέςπροκαταβολικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →