προκατακλυσμιαίος
•
- που αφορά ή σχετίζεται με την εποχή πριν τον βιβλικό Κατακλυσμό του Νώε Βικιλεξικό
- κοροϊδευτικάπαμπάλαιος, απαρχαιωμένος Βικιλεξικό
- —…και δεν θα παραθεχτώ ποτέ να εφαρμόσω, εγώ, τις προκατακλυσμιαίες θεωρίες του βιομηχανικού εμπειρισμού.
Ετυμολογία
προκατακλυσμιαίος < προ- + κατακλυσμ(ος) + -ιαίος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική antédiluvien
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκατακλυσμιαίος | προκατακλυσμιαία | προκατακλυσμιαίο |
| Γενική | προκατακλυσμιαίου | προκατακλυσμιαίας | προκατακλυσμιαίου |
| Αιτιατική | προκατακλυσμιαίο | προκατακλυσμιαία | προκατακλυσμιαίο |
| Κλητική | προκατακλυσμιαίε | προκατακλυσμιαία | προκατακλυσμιαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκατακλυσμιαίοι | προκατακλυσμιαίες | προκατακλυσμιαία |
| Γενική | προκατακλυσμιαίων | προκατακλυσμιαίων | προκατακλυσμιαίων |
| Αιτιατική | προκατακλυσμιαίους | προκατακλυσμιαίες | προκατακλυσμιαία |
| Κλητική | προκατακλυσμιαίοι | προκατακλυσμιαίες | προκατακλυσμιαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →