Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκατακλυσμιαίος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αφορά ή σχετίζεται με την εποχή πριν τον βιβλικό Κατακλυσμό του Νώε Βικιλεξικό
  2. κοροϊδευτικάπαμπάλαιος, απαρχαιωμένος Βικιλεξικό
    • —…και δεν θα παραθεχτώ ποτέ να εφαρμόσω, εγώ, τις προκατακλυσμιαίες θεωρίες του βιομηχανικού εμπειρισμού.

Ετυμολογία

προκατακλυσμιαίος < προ- + κατακλυσμ(ος) + -ιαίος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική antédiluvien

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκατακλυσμιαίοςπροκατακλυσμιαίαπροκατακλυσμιαίο
Γενικήπροκατακλυσμιαίουπροκατακλυσμιαίαςπροκατακλυσμιαίου
Αιτιατικήπροκατακλυσμιαίοπροκατακλυσμιαίαπροκατακλυσμιαίο
Κλητικήπροκατακλυσμιαίεπροκατακλυσμιαίαπροκατακλυσμιαίο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκατακλυσμιαίοιπροκατακλυσμιαίεςπροκατακλυσμιαία
Γενικήπροκατακλυσμιαίωνπροκατακλυσμιαίωνπροκατακλυσμιαίων
Αιτιατικήπροκατακλυσμιαίουςπροκατακλυσμιαίεςπροκατακλυσμιαία
Κλητικήπροκατακλυσμιαίοιπροκατακλυσμιαίεςπροκατακλυσμιαία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →