προκαταλαμβάνω
•
- κάνω κάποιον να σχηματίσει άποψη για ένα πρόσωπο ή θέμα πριν το γνωρίσει ή το μελετήσει ο ίδιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκαταλαμβάνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προκαταλαμβάνω < προ- + καταλαμβάνω < κατα- + λαμβάνω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préoccuper)
Άλλοι τύποι
προκατέλαβαπροκαταλήφθηκαπροκαταλαμβάνομαιπροκατειλημμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →