προκαταρκτικά
•
- προπαρασκευαστικές διαδικασίες ή λόγια Βικιλεξικό
- ειδικότεραδιαδικασίες ή παιχνίδι ερωτικού περιεχομένου πριν από τη συνουσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκαταρκτικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου προκαταρκτικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκαταρκτικά | προκαταρκτικά |
| Γενική | — | προκαταρκτικών |
| Αιτιατική | — | προκαταρκτικά |
| Κλητική | — | προκαταρκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →