προκείμενος
•
- που απλώνεται, βρίσκεται μπροστά μας, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, το θέμα που πρέπει να συζητήσουμε Βικιλεξικό
- θέλω να συζητήσουμε το προκείμενο ζήτημα
- θέλω να εστιαστούμε στο προκείμενο ή επί του προκειμένου
- εν προκειμένω: στην προκειμένη περίπτωση
- προκειμένου να: για να συμβεί κάτι το επιθυμητό ή να μη συμβεί κάτι το ανεπιθύμητο Βικιλεξικό
- Προκειμένου να μαλώσουμε, καλύτερα να υποχωρήσω εγώ. (=από το να μαλώσουμε, καλύτερα ...)
- Θα κάνω τα πάντα προκειμένου να πετύχω. (=για να πετύχω)
- προκειμένου για: όταν/εφόσον πρόκειται για ..., στην περίπτωση του ... Βικιλεξικό
- Το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης δεν εφαρμόζεται: … Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας. (νόμος 2238, άρθρο 18)
Ετυμολογία
προκείμενος < αρχαία ελληνική προκείμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος πρόκειμαι < πρό + κεῖμαι
Άλλοι τύποι
προκείμεναπροκείμενεπροκείμενεςπροκείμενηπροκείμενηςπροκείμενοπροκείμενοιπροκείμενοςπροκείμενουπροκείμενουςπροκείμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →