Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκείμενος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που απλώνεται, βρίσκεται μπροστά μας, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε, το θέμα που πρέπει να συζητήσουμε Βικιλεξικό
    • θέλω να συζητήσουμε το προκείμενο ζήτημα
    • θέλω να εστιαστούμε στο προκείμενο ή επί του προκειμένου
    • εν προκειμένω: στην προκειμένη περίπτωση
  2. προκειμένου να: για να συμβεί κάτι το επιθυμητό ή να μη συμβεί κάτι το ανεπιθύμητο Βικιλεξικό
    • Προκειμένου να μαλώσουμε, καλύτερα να υποχωρήσω εγώ. (=από το να μαλώσουμε, καλύτερα ...)
    • Θα κάνω τα πάντα προκειμένου να πετύχω. (=για να πετύχω)
  3. προκειμένου για: όταν/εφόσον πρόκειται για ..., στην περίπτωση του ... Βικιλεξικό
    • Το τεκμήριο προσδιορισμού της ετήσιας δαπάνης δεν εφαρμόζεται: … Προκειμένου για τεκμαρτή δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας. (νόμος 2238, άρθρο 18)

Ετυμολογία

προκείμενος < αρχαία ελληνική προκείμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος πρόκειμαι < πρό + κεῖμαι

Άλλοι τύποι

προκείμεναπροκείμενεπροκείμενεςπροκείμενηπροκείμενηςπροκείμενοπροκείμενοιπροκείμενοςπροκείμενουπροκείμενουςπροκείμενων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →