προκληροδοτώ
•
- κληροδοτώ κάτι πριν πεθάνω, εκ των προτέρων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκληροδοτώ < προ- + κληροδοτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προκληροδοτώ | προκληροδοτείς | προκληροδοτεί | προκληροδοτούμε | προκληροδοτείτε | προκληροδοτούν / προκληροδοτούνε |
| Παρατατικός | προκληροδοτούσα | προκληροδοτούσες | προκληροδοτούσε | προκληροδοτούσαμε | προκληροδοτούσατε | προκληροδοτούσαν / προκληροδοτούσανε |
| Αόριστος | προκληροδότησα | προκληροδότησες | προκληροδότησε | προκληροδοτήσαμε | προκληροδοτήσατε | προκληροδοτήσαν / προκληροδοτήσανε / προκληροδότησαν |
| Μέλλοντας | θα προκληροδοτήσω / θα προκληροδοτώ | θα προκληροδοτήσεις / θα προκληροδοτείς | θα προκληροδοτήσει / θα προκληροδοτεί | θα προκληροδοτήσουμε / θα προκληροδοτούμε | θα προκληροδοτήσετε / θα προκληροδοτείτε | θα προκληροδοτήσουν / θα προκληροδοτήσουνε / θα προκληροδοτούν / θα προκληροδοτούνε |
| Παρακείμενος | έχω προκληροδοτήσει | έχεις προκληροδοτήσει | έχει προκληροδοτήσει | έχουμε προκληροδοτήσει | έχετε προκληροδοτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προκληροδοτήσει | είχες προκληροδοτήσει | είχε προκληροδοτήσει | είχαμε προκληροδοτήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προκληροδοτήσει / να προκληροδοτήσω / να προκληροδοτώ | να έχεις προκληροδοτήσει / να προκληροδοτήσεις / να προκληροδοτείς | να έχει προκληροδοτήσει / να προκληροδοτήσει / να προκληροδοτεί | να έχουμε προκληροδοτήσει / να προκληροδοτήσουμε / να προκληροδοτούμε | να έχετε προκληροδοτήσει / να προκληροδοτήσετε / να προκληροδοτείτε | να προκληροδοτήσουν / να προκληροδοτήσουνε / να προκληροδοτούν / να προκληροδοτούνε |
| Προστακτική | — | προκληροδότει / προκληροδότησε | — | — | προκληροδοτήστε / προκληροδοτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →