προκλητικός
•
- επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό τη δημιουργία διαμάχης Βικιλεξικό
- προκλητικές βρισιές και χειρονομίες
- που δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις Βικιλεξικό
- προκλητική επίδειξη πλούτου
- που προσπαθεί να ερεθίσει σεξουαλικά Βικιλεξικό
- προκλητικό ντύσιμο
Ετυμολογία
προκλητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προκλητικός (< αρχαία ελληνική προκαλέω). Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + κλητικός.
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκλητικός | προκλητική | προκλητικό |
| Γενική | προκλητικού | προκλητικής | προκλητικού |
| Αιτιατική | προκλητικό | προκλητική | προκλητικό |
| Κλητική | προκλητικέ | προκλητική | προκλητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προκλητικοί | προκλητικές | προκλητικά |
| Γενική | προκλητικών | προκλητικών | προκλητικών |
| Αιτιατική | προκλητικούς | προκλητικές | προκλητικά |
| Κλητική | προκλητικοί | προκλητικές | προκλητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →