Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκλητικός

/pɾo.kli.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. επιθετικός απέναντι σε κάποιον με σκοπό τη δημιουργία διαμάχης Βικιλεξικό
    • προκλητικές βρισιές και χειρονομίες
  2. που δημιουργεί αρνητικές εντυπώσεις Βικιλεξικό
    • προκλητική επίδειξη πλούτου
  3. που προσπαθεί να ερεθίσει σεξουαλικά Βικιλεξικό
    • προκλητικό ντύσιμο

Ετυμολογία

προκλητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προκλητικός (< αρχαία ελληνική προκαλέω). Μορφολογικά αναλύεται σε προ- + κλητικός.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκλητικόςπροκλητικήπροκλητικό
Γενικήπροκλητικούπροκλητικήςπροκλητικού
Αιτιατικήπροκλητικόπροκλητικήπροκλητικό
Κλητικήπροκλητικέπροκλητικήπροκλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροκλητικοίπροκλητικέςπροκλητικά
Γενικήπροκλητικώνπροκλητικώνπροκλητικών
Αιτιατικήπροκλητικούςπροκλητικέςπροκλητικά
Κλητικήπροκλητικοίπροκλητικέςπροκλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →