προκλητικότητα
•
- η ιδιότητα του προκλητικού, η συμπεριφορά που προκαλεί και οδηγεί σε αντίδραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκλητικότητα < προκλητικός + -ότης/-ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκλητικότητα | προκλητικότητες |
| Γενική | προκλητικότητας | προκλητικοτήτων |
| Αιτιατική | προκλητικότητα | προκλητικότητες |
| Κλητική | προκλητικότητα | προκλητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →