προκοστολόγηση
•
- λόγιοη προκαταρκτική κοστολόγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκοστολόγηση < προ- + κοστολόγηση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκοστολόγηση | προκοστολογήσεις |
| Γενική | προκοστολόγησης | προκοστολογήσεων |
| Αιτιατική | προκοστολόγηση | προκοστολογήσεις |
| Κλητική | προκοστολόγηση | προκοστολογήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →