Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προκύπτει

ρήμα
•
  1. για κάτι που έρχεται ως αποτέλεσμα Βικιλεξικό
    • από την έρευνα δεν προέκυψε κάτι το καινούριο
  2. για κάτι που συμβαίνει ή γίνεται γνωστό απροσδόκητα Βικιλεξικό
    • την τελευταία στιγμή προέκυψε μια δυσκολία
  3. απρόσωποεξάγεται ως συμπέρασμα Βικιλεξικό
    • από την έρευνα προκύπτει ότι ο ιός μεταλλάχτηκε
    • Ἐκ τῶν ἀνωτέρω σαφῶς προκύπτει, ὅτι αἱ λέξεις «ἐθελοντής ναύτης» (πτυχιοῦχος ἤ διπλωματοῦχος ἤ καταστρώματος) «ἐθελοντής θερμαστής» καὶ «ἐθελοντής δύτης» συνιστῶσιν ἴδιον βαθμόν, ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὸν βάθμὸν τοῦ «ναύτου» (πτυχιούχου ἢ διπλωματούχου ἢ καταστρώματος), «ναύτου θερμαστοῦ» καὶ «ναύτου δύτου» (Τηλέμαχος Α. Κουτσουβέλης, Συλλογή ναυτικών διατάξεων, Εθνικό Τυπογραφείο, 1913, σελ. 147)

Ετυμολογία

προκύπτει < αρχαία ελληνική προκύπτει, γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα τού προκύπτω < πρό + κύπτω

Άλλοι τύποι

προέκυπτεπροέκυψεπροκύψει

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →