προκύπτει
•
- για κάτι που έρχεται ως αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- από την έρευνα δεν προέκυψε κάτι το καινούριο
- για κάτι που συμβαίνει ή γίνεται γνωστό απροσδόκητα Βικιλεξικό
- την τελευταία στιγμή προέκυψε μια δυσκολία
- απρόσωποεξάγεται ως συμπέρασμα Βικιλεξικό
- από την έρευνα προκύπτει ότι ο ιός μεταλλάχτηκε
- Ἐκ τῶν ἀνωτέρω σαφῶς προκύπτει, ὅτι αἱ λέξεις «ἐθελοντής ναύτης» (πτυχιοῦχος ἤ διπλωματοῦχος ἤ καταστρώματος) «ἐθελοντής θερμαστής» καὶ «ἐθελοντής δύτης» συνιστῶσιν ἴδιον βαθμόν, ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τὸν βάθμὸν τοῦ «ναύτου» (πτυχιούχου ἢ διπλωματούχου ἢ καταστρώματος), «ναύτου θερμαστοῦ» καὶ «ναύτου δύτου» (Τηλέμαχος Α. Κουτσουβέλης, Συλλογή ναυτικών διατάξεων, Εθνικό Τυπογραφείο, 1913, σελ. 147)
Ετυμολογία
προκύπτει < αρχαία ελληνική προκύπτει, γʹ ενικό οριστικής ενεστώτα τού προκύπτω < πρό + κύπτω
Άλλοι τύποι
προέκυπτεπροέκυψεπροκύψει
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →