Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προλειαίνω

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι λείο από πριν Βικιλεξικό
  2. προετοιμάζω Βικιλεξικό
    • προλειαίνω το έδαφος

Ετυμολογία

προλειαίνω < προ- + λειαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπρολειαίνωπρολειαίνειςπρολειαίνειπρολειαίνουμεπρολειαίνετεπρολειαίνουν / προλειαίνουνε
Παρατατικόςπρολείαιναπρολείαινεςπρολείαινεπρολειαίναμεπρολειαίνατεπρολείαιναν / προλειαίναν / προλειαίνανε
Αόριστοςπρολείαναπρολείανεςπρολείανεπρολειάναμεπρολειάνατεπρολείαναν / προλειάναν / προλειάνανε
Μέλλονταςθα προλειάνω / θα προλειαίνωθα προλειάνεις / θα προλειαίνειςθα προλειάνει / θα προλειαίνειθα προλειάνουμε / θα προλειαίνουμεθα προλειάνετε / θα προλειαίνετεθα προλειάνουν / θα προλειάνουνε / θα προλειαίνουν / θα προλειαίνουνε
Παρακείμενοςέχω προλειάνειέχεις προλειάνειέχει προλειάνειέχουμε προλειάνειέχετε προλειάνει—
Υπερσυντέλικοςείχα προλειάνειείχες προλειάνειείχε προλειάνειείχαμε προλειάνειείχατε προλειάνει—
Υποτακτικήνα έχω προλειάνει / να προλειάνω / να προλειαίνωνα έχεις προλειάνει / να προλειάνεις / να προλειαίνειςνα έχει προλειάνει / να προλειάνει / να προλειαίνεινα έχουμε προλειάνει / να προλειάνουμε / να προλειαίνουμενα έχετε προλειάνει / να προλειάνετε / να προλειαίνετενα προλειάνουν / να προλειάνουνε / να προλειαίνουν / να προλειαίνουνε
Προστακτική—προλείαινε / προλείανε——προλειάνετε / προλειαίνετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →