προλειαίνω
•
- κάνω κάτι λείο από πριν Βικιλεξικό
- προετοιμάζω Βικιλεξικό
- προλειαίνω το έδαφος
Ετυμολογία
προλειαίνω < προ- + λειαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προλειαίνω | προλειαίνεις | προλειαίνει | προλειαίνουμε | προλειαίνετε | προλειαίνουν / προλειαίνουνε |
| Παρατατικός | προλείαινα | προλείαινες | προλείαινε | προλειαίναμε | προλειαίνατε | προλείαιναν / προλειαίναν / προλειαίνανε |
| Αόριστος | προλείανα | προλείανες | προλείανε | προλειάναμε | προλειάνατε | προλείαναν / προλειάναν / προλειάνανε |
| Μέλλοντας | θα προλειάνω / θα προλειαίνω | θα προλειάνεις / θα προλειαίνεις | θα προλειάνει / θα προλειαίνει | θα προλειάνουμε / θα προλειαίνουμε | θα προλειάνετε / θα προλειαίνετε | θα προλειάνουν / θα προλειάνουνε / θα προλειαίνουν / θα προλειαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω προλειάνει | έχεις προλειάνει | έχει προλειάνει | έχουμε προλειάνει | έχετε προλειάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προλειάνει | είχες προλειάνει | είχε προλειάνει | είχαμε προλειάνει | είχατε προλειάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω προλειάνει / να προλειάνω / να προλειαίνω | να έχεις προλειάνει / να προλειάνεις / να προλειαίνεις | να έχει προλειάνει / να προλειάνει / να προλειαίνει | να έχουμε προλειάνει / να προλειάνουμε / να προλειαίνουμε | να έχετε προλειάνει / να προλειάνετε / να προλειαίνετε | να προλειάνουν / να προλειάνουνε / να προλειαίνουν / να προλειαίνουνε |
| Προστακτική | — | προλείαινε / προλείανε | — | — | προλειάνετε / προλειαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →