προλεταριάτο
•
- σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρίαη τάξη των προλεταρίων, των μισθωτών εργατών, αυτών που ζουν μόνο από το μεροκάματό τους και δεν κατέχουν μέσα παραγωγής Βικιλεξικό
- στην αρχαία Ρώμηη κατώτερη οικονομική τάξη, η τάξη των προλεταρίων, αυτών που δεν φορολογούνταν, διότι δεν είχαν εισοδήματα, και υπηρετούσαν την πατρίδα μέσω των απογόνων τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλεταριάτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική proletariato < γαλλική prolétariat < λατινική proletarius < proles (απόγονος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προλεταριάτο | προλεταριάτα |
| Γενική | προλεταριάτου | προλεταριάτων |
| Αιτιατική | προλεταριάτο | προλεταριάτα |
| Κλητική | προλεταριάτο | προλεταριάτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →