προλεταριακός
•
- κοινωνιολογίαπου έχει σχέση με τους προλετάριους ή το προλεταριάτο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλεταριακός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική prolétarien / prolétaire < λατινική proletarius < proles (απόγονος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προλεταριακός | προλεταριακή | προλεταριακό |
| Γενική | προλεταριακού | προλεταριακής | προλεταριακού |
| Αιτιατική | προλεταριακό | προλεταριακή | προλεταριακό |
| Κλητική | προλεταριακέ | προλεταριακή | προλεταριακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προλεταριακοί | προλεταριακές | προλεταριακά |
| Γενική | προλεταριακών | προλεταριακών | προλεταριακών |
| Αιτιατική | προλεταριακούς | προλεταριακές | προλεταριακά |
| Κλητική | προλεταριακοί | προλεταριακές | προλεταριακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →