προλεταριοποίηση
•
- κοινωνιολογίαη κοινωνική υποβάθμιση ενός ατόμου ή μιας κοινωνικής ομάδας από μια ανώτερη κοινωνική τάξη και ένταξή τους στην τάξη του προλεταριάτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλεταριοποίηση < προλετάρι(ος) + -ο- + -ποίηση (< ποιώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προλεταριοποίηση | προλεταριοποιήσεις |
| Γενική | προλεταριοποίησης | προλεταριοποιήσεων |
| Αιτιατική | προλεταριοποίηση | προλεταριοποιήσεις |
| Κλητική | προλεταριοποίηση | προλεταριοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →