προλεταριοποιώ
•
- κοινωνιολογίαεφαρμόζω προλεταριοποίηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλεταριοποιώ < προλετάριος + -ο- + -ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική prolétariser)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προλεταριοποιώ | προλεταριοποιείς | προλεταριοποιεί | προλεταριοποιούμε | προλεταριοποιείτε | προλεταριοποιούν / προλεταριοποιούνε |
| Παρατατικός | προλεταριοποιούσα | προλεταριοποιούσες | προλεταριοποιούσε | προλεταριοποιούσαμε | προλεταριοποιούσατε | προλεταριοποιούσαν / προλεταριοποιούσανε |
| Αόριστος | προλεταριοποίησα | προλεταριοποίησες | προλεταριοποίησε | προλεταριοποιήσαμε | προλεταριοποιήσατε | προλεταριοποίησαν / προλεταριοποιήσαν / προλεταριοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα προλεταριοποιήσω / θα προλεταριοποιώ | θα προλεταριοποιήσεις / θα προλεταριοποιείς | θα προλεταριοποιήσει / θα προλεταριοποιεί | θα προλεταριοποιήσουμε / θα προλεταριοποιούμε | θα προλεταριοποιήσετε / θα προλεταριοποιείτε | θα προλεταριοποιήσουν / θα προλεταριοποιήσουνε / θα προλεταριοποιούν / θα προλεταριοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω προλεταριοποιήσει | έχεις προλεταριοποιήσει | έχει προλεταριοποιήσει | έχουμε προλεταριοποιήσει | έχετε προλεταριοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προλεταριοποιήσει | είχες προλεταριοποιήσει | είχε προλεταριοποιήσει | είχαμε προλεταριοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προλεταριοποιήσει / να προλεταριοποιήσω / να προλεταριοποιώ | να έχεις προλεταριοποιήσει / να προλεταριοποιήσεις / να προλεταριοποιείς | να έχει προλεταριοποιήσει / να προλεταριοποιήσει / να προλεταριοποιεί | να έχουμε προλεταριοποιήσει / να προλεταριοποιήσουμε / να προλεταριοποιούμε | να έχετε προλεταριοποιήσει / να προλεταριοποιήσετε / να προλεταριοποιείτε | να προλεταριοποιήσουν / να προλεταριοποιήσουνε / να προλεταριοποιούν / να προλεταριοποιούνε |
| Προστακτική | — | προλεταριοποίει / προλεταριοποίησε | — | — | προλεταριοποιήστε / προλεταριοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →