Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προληπτικό κατηγορούμενο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γραμματικήκατηγορούμενο που εκ των προτέρων δηλώνει το αποτέλεσμα της ενέργειας κάποιου ρήματος Βικιλεξικό
    • ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ «Η Ελένη σπουδάζει δικηγόρος» η λέξη δικηγόρος είναι προληπτικό κατηγορούμενο στη λέξη Ελένη
    • ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Στην πρόταση «Ὁ Ἀσωπὸς ποταμὸς ἐρρύη μέγας» (:Ο Ασωπός ποταμός πλημμύρισε, με αποτέλεσμα να γίνει μεγάλος, αδιάβατος) η λέξη μέγας είναι προληπτικό κατηγορούμενο στη λέξη ποταμός

Ετυμολογία

προληπτικό κατηγορούμενο < → δείτε τη λέξη προληπτικός (στη σημασία: προκαταβολικός) & κατηγορούμενο (όρος συντακτικού)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →