προλογισμός
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του προλογίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλογισμός < (προλογίζω) προλογισ- -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προλογισμός | προλογισμοί |
| Γενική | προλογισμού | προλογισμών |
| Αιτιατική | προλογισμό | προλογισμούς |
| Κλητική | προλογισμέ | προλογισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →