προλύτης
•
- ιστορίασπουδαστής νομικής σχολής στο πέμπτο έτος, λίγο πριν την αποφοίτηση (στη βυζαντινή περίοδο) Βικιλεξικό
- παρωχημένοπανεπιστημιακός τίτλος νομικής σχολής σε πτυχιούχους με βαθμό σχεδόν καλώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προλύτης < ελληνιστική κοινή προλύται < προλύω < αρχαία ελληνική πρό + λύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προλύτης | προλύτες |
| Γενική | προλύτη | προλυτών |
| Αιτιατική | προλύτη | προλύτες |
| Κλητική | προλύτη | προλύτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →