προμήτωρ
•
- απαρχαιωμένοη ιδρύτρια ενός γένους, γενάρχης, ως αναφορά σε παλιότερους όρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προμήτωρ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προμήτωρ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προμήτωρ | προμήτορες |
| Γενική | προμήτορος | προμητόρων |
| Αιτιατική | προμήτορα | προμήτορες |
| Κλητική | προμήτορ | προμήτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →