προμαχωνικός
•
- που έχει σχέση με προμαχώνα ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προμαχωνικός < προμαχώνας + -ικός < αρχαία ελληνική προμαχών
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προμαχωνικός | προμαχωνική | προμαχωνικό |
| Γενική | προμαχωνικού | προμαχωνικής | προμαχωνικού |
| Αιτιατική | προμαχωνικό | προμαχωνική | προμαχωνικό |
| Κλητική | προμαχωνικέ | προμαχωνική | προμαχωνικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προμαχωνικοί | προμαχωνικές | προμαχωνικά |
| Γενική | προμαχωνικών | προμαχωνικών | προμαχωνικών |
| Αιτιατική | προμαχωνικούς | προμαχωνικές | προμαχωνικά |
| Κλητική | προμαχωνικοί | προμαχωνικές | προμαχωνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →