προμαχώ
•
- αρχαιοπρεπέςείμαι πρόμαχος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προμαχώ < αρχαία ελληνική προμαχέω / προμαχῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προμαχώ | προμαχείς | προμαχεί | προμαχούμε | προμαχείτε | προμαχούν / προμαχούνε |
| Παρατατικός | προμαχούσα | προμαχούσες | προμαχούσε | προμαχούσαμε | προμαχούσατε | προμαχούσαν / προμαχούσανε |
| Αόριστος | προμάχησα | προμάχησες | προμάχησε | προμαχήσαμε | προμαχήσατε | προμάχησαν / προμαχήσαν / προμαχήσανε |
| Μέλλοντας | θα προμαχήσω / θα προμαχώ | θα προμαχήσεις / θα προμαχείς | θα προμαχήσει / θα προμαχεί | θα προμαχήσουμε / θα προμαχούμε | θα προμαχήσετε / θα προμαχείτε | θα προμαχήσουν / θα προμαχήσουνε / θα προμαχούν / θα προμαχούνε |
| Παρακείμενος | έχω προμαχήσει | έχεις προμαχήσει | έχει προμαχήσει | έχουμε προμαχήσει | έχετε προμαχήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προμαχήσει | είχες προμαχήσει | είχε προμαχήσει | είχαμε προμαχήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προμαχήσει / να προμαχήσω / να προμαχώ | να έχεις προμαχήσει / να προμαχήσεις / να προμαχείς | να έχει προμαχήσει / να προμαχήσει / να προμαχεί | να έχουμε προμαχήσει / να προμαχήσουμε / να προμαχούμε | να έχετε προμαχήσει / να προμαχήσετε / να προμαχείτε | να προμαχήσουν / να προμαχήσουνε / να προμαχούν / να προμαχούνε |
| Προστακτική | — | προμάχει / προμάχησε | — | — | προμαχήστε / προμαχείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →