Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προμετωπίδιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου βρίσκεται στο μέτωπο ή μπροστά απ’ αυτό Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπρομετωπίδιο: του λουρί από τα χαλινάρια που περνάει από το μέτωπο του αλόγου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προμετωπίδιος < ελληνιστική κοινή προμετωπίδιος < αρχαία ελληνική πρό + μέτωπον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρομετωπίδιοςπρομετωπίδιαπρομετωπίδιο
Γενικήπρομετωπίδιουπρομετωπίδιαςπρομετωπίδιου
Αιτιατικήπρομετωπίδιοπρομετωπίδιαπρομετωπίδιο
Κλητικήπρομετωπίδιεπρομετωπίδιαπρομετωπίδιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπρομετωπίδιοιπρομετωπίδιεςπρομετωπίδια
Γενικήπρομετωπίδιωνπρομετωπίδιωνπρομετωπίδιων
Αιτιατικήπρομετωπίδιουςπρομετωπίδιεςπρομετωπίδια
Κλητικήπρομετωπίδιοιπρομετωπίδιεςπρομετωπίδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →