προμηθεϊκός
•
- σχετικός με τον Προμηθέα Βικιλεξικό
- προνοητικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προμηθεϊκός < Προμηθέας < Προμηθεύς
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προμηθεϊκός | προμηθεϊκή | προμηθεϊκό |
| Γενική | προμηθεϊκού | προμηθεϊκής | προμηθεϊκού |
| Αιτιατική | προμηθεϊκό | προμηθεϊκή | προμηθεϊκό |
| Κλητική | προμηθεϊκέ | προμηθεϊκή | προμηθεϊκό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | προμηθεϊκοί | προμηθεϊκές | προμηθεϊκά |
| Γενική | προμηθεϊκών | προμηθεϊκών | προμηθεϊκών |
| Αιτιατική | προμηθεϊκούς | προμηθεϊκές | προμηθεϊκά |
| Κλητική | προμηθεϊκοί | προμηθεϊκές | προμηθεϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →