προμηνύω
•
- προαναγγέλλω, φανερώνω ενδείξεις ότι κάτι πρόκειται να συμβεί, προοιωνίζομαι Βικιλεξικό
- Η ορνιθοπαρατήρηση ήταν συνήθεια των αρχαίων Ελλήνων. Η συµπεριφορά των πουλιών προμήνυε κάποια σημάδια για το μέλλον (οιωνοί). Πέραν της Ελλάδας, η Βρετανία, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Ιταλία & η Γαλλία διαθέτουν από τις πιο αναπτυγμένες αγορές ορνιθοτουρισµού. Αξίζει να σημειωθεί ότι το δεύτερο πιο διαδεδομένο χόμπι των Αµερικανών & των Ευρωπαίων είναι η ορνιθοπαρατήρηση.
- σε γ' πρόσωπαπρομηνύεται, προμηνύονται φαίνεται, αναμένεται ότι κάτι θα συμβεί Βικιλεξικό
- προμηνύεται καταιγίδα
Ετυμολογία
προμηνύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προμηνύω (προλέγω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προμηνύω | προμηνύεις | προμηνύει | προμηνύουμε | προμηνύετε | προμηνύουν / προμηνύουνε |
| Παρατατικός | προμήνυα | προμήνυες | προμήνυε | προμηνύαμε | προμηνύατε | προμήνυαν / προμηνύαν / προμηνύανε |
| Αόριστος | προμήνυσα | προμήνυσες | προμήνυσε | προμηνύσαμε | προμηνύσατε | προμήνυσαν / προμηνύσαν / προμηνύσανε |
| Μέλλοντας | θα προμηνύσω / θα προμηνύω | θα προμηνύεις / θα προμηνύσεις | θα προμηνύει / θα προμηνύσει | θα προμηνύουμε / θα προμηνύσουμε | θα προμηνύετε / θα προμηνύσετε | θα προμηνύουν / θα προμηνύουνε / θα προμηνύσουν / θα προμηνύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προμηνύσει | έχεις προμηνύσει | έχει προμηνύσει | έχουμε προμηνύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προμηνύσει | είχες προμηνύσει | είχε προμηνύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προμηνύσει / να προμηνύσω / να προμηνύω | να έχεις προμηνύσει / να προμηνύεις / να προμηνύσεις | να έχει προμηνύσει / να προμηνύει / να προμηνύσει | να έχουμε προμηνύσει / να προμηνύουμε / να προμηνύσουμε | να προμηνύετε / να προμηνύσετε | να προμηνύουν / να προμηνύουνε / να προμηνύσουν / να προμηνύσουνε |
| Προστακτική | — | προμήνυε / προμήνυσε | — | — | προμηνύετε / προμηνύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προμηνύθηκεπρομηνύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →