προνευστασμός
•
- ναυτικός όροςτο σκαμπανέβασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προνευστασμός < προνευστάζω, προνευστασ- + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προνευστασμός | προνευστασμοί |
| Γενική | προνευστασμού | προνευστασμών |
| Αιτιατική | προνευστασμό | προνευστασμούς |
| Κλητική | προνευστασμέ | προνευστασμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →