προνοητικότητα
•
- το να είναι κάποιος προνοητικός, η ιδιότητα του προνοητικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προνοητικότητα < προνοητικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προνοητικότητα | προνοητικότητες |
| Γενική | προνοητικότητας | προνοητικοτήτων |
| Αιτιατική | προνοητικότητα | προνοητικότητες |
| Κλητική | προνοητικότητα | προνοητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →