προνομία
•
- νομικός όροςπρονόμιο, κατ' εξαίρεσιν δικαίωμα, με εξαίρεση από την κοινή νομοθεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προνομία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προνομία < προ- + αρχαία ελληνική νόμ(ος) + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προνομία | προνομίες |
| Γενική | προνομίας | προνομιών |
| Αιτιατική | προνομία | προνομίες |
| Κλητική | προνομία | προνομίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →