προξενώ
•
- κάνω κάτι να συμβεί, συνήθως αρνητικό Βικιλεξικό
- Η απρόσεχτη οδήγηση προξενεί πολλούς θανάτους.
- Η πλυμμύρα προξένησε σημαντική ζημιά στο χωριό.
Ετυμολογία
προξενώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προξενέω, προξενῶ.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προξενώ | προξενείς | προξενεί | προξενούμε | προξενείτε | προξενούν / προξενούνε |
| Παρατατικός | προξενούσα | προξενούσες | προξενούσε | προξενούσαμε | προξενούσατε | προξενούσαν / προξενούσανε |
| Αόριστος | προξένησα | προξένησες | προξένησε | προξενήσαμε | προξενήσατε | προξένησαν / προξενήσαν / προξενήσανε |
| Μέλλοντας | θα προξενήσω / θα προξενώ | θα προξενήσεις / θα προξενείς | θα προξενήσει / θα προξενεί | θα προξενήσουμε / θα προξενούμε | θα προξενήσετε / θα προξενείτε | θα προξενήσουν / θα προξενήσουνε / θα προξενούν / θα προξενούνε |
| Παρακείμενος | έχω προξενήσει | έχεις προξενήσει | έχει προξενήσει | έχουμε προξενήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προξενήσει | είχες προξενήσει | είχε προξενήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προξενήσει / να προξενήσω / να προξενώ | να έχεις προξενήσει / να προξενήσεις / να προξενείς | να έχει προξενήσει / να προξενήσει / να προξενεί | να έχουμε προξενήσει / να προξενήσουμε / να προξενούμε | να προξενήσετε / να προξενείτε | να προξενήσουν / να προξενήσουνε / να προξενούν / να προξενούνε |
| Προστακτική | — | έχε προξενημένο / προξένησε | — | — | προξενήστε / προξενείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προξενήθηκαπροξενούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →