Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προοίμιο

/pɾoˈi.mi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η εισαγωγή, ο πρόλογος, πχ σε ένα ποιητικό έργο Βικιλεξικό
    • Αρχή ελευθερίας που αναγνωρίζει η ελληνική εμπειρία του Κόσμου από την αρχή της ιστορίας της, διατυπωμένη στον λόγο της, ακριβώς στο προοίμιο της Οδύσσειας, εκεί δηλαδή που προσδιορίζεται η κεντρική αρχή που διέπει την αφήγηση:... (Οδυσσέας Ελληνιάδης, Άξονες ενός καταστατικού χάρτη δημοκρατικής πόλης, Φεβρουάριος – Απρίλιος 2025 https://www.antibaro.gr/article/38135)
  2. γενικότεραη απαρχή μιας ευρύτερης ακολουθίας που προαναγγέλλει τα επόμενα Βικιλεξικό
    • προοίμιο μανίας

Ετυμολογία

προοίμιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προοίμιον

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροοίμιοπροοίμια
Γενικήπροοίμιου / προοιμίουπροοίμιων / προοιμίων
Αιτιατικήπροοίμιοπροοίμια
Κλητικήπροοίμιοπροοίμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →