προοδευτικά
•
- υποστηρίζοντας την πρόοδο Βικιλεξικό
- με μικρές αλλά σταθερές αλλαγές, βαθμιαία Βικιλεξικό
- από αύριο η θερμοκρασία θα αρχίσει να αυξάνεται προοδευτικά
Ετυμολογία
προοδευτικά < προοδευτικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →