προοδευτικότητα
•
- το να είναι κάποιος προοδευτικός, η ιδιότητα του προοδευτικού Βικιλεξικό
- το να είναι κάποιος προοδευτικός, η ιδιότητα του προοδευτικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προοδευτικότητα < προοδευτικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προοδευτικότητα | προοδευτικότητες |
| Γενική | προοδευτικότητας | προοδευτικοτήτων |
| Αιτιατική | προοδευτικότητα | προοδευτικότητες |
| Κλητική | προοδευτικότητα | προοδευτικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →