προοικονομώ
•
- προετοιμάζω, προβλέπω κάτι που θα χρησιμέψει ή συμβεί στο μέλλον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προοικονομώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή προοικονομέω / προοικονομῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προοικονομώ | προοικονομείς | προοικονομεί | προοικονομούμε | προοικονομείτε | προοικονομούν / προοικονομούνε |
| Παρατατικός | προοικονομούσα | προοικονομούσες | προοικονομούσε | προοικονομούσαμε | προοικονομούσατε | προοικονομούσαν / προοικονομούσανε |
| Αόριστος | προοικονόμησα | προοικονόμησες | προοικονόμησε | προοικονομήσαμε | προοικονομήσατε | προοικονομήσαν / προοικονομήσανε / προοικονόμησαν |
| Μέλλοντας | θα προοικονομήσω / θα προοικονομώ | θα προοικονομήσεις / θα προοικονομείς | θα προοικονομήσει / θα προοικονομεί | θα προοικονομήσουμε / θα προοικονομούμε | θα προοικονομήσετε / θα προοικονομείτε | θα προοικονομήσουν / θα προοικονομήσουνε / θα προοικονομούν / θα προοικονομούνε |
| Παρακείμενος | έχω προοικονομήσει | έχεις προοικονομήσει | έχει προοικονομήσει | έχουμε προοικονομήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προοικονομήσει | είχες προοικονομήσει | είχε προοικονομήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προοικονομήσει / να προοικονομήσω / να προοικονομώ | να έχεις προοικονομήσει / να προοικονομήσεις / να προοικονομείς | να έχει προοικονομήσει / να προοικονομήσει / να προοικονομεί | να έχουμε προοικονομήσει / να προοικονομήσουμε / να προοικονομούμε | να προοικονομήσετε / να προοικονομείτε | να προοικονομήσουν / να προοικονομήσουνε / να προοικονομούν / να προοικονομούνε |
| Προστακτική | — | προοικονόμει / προοικονόμησε | — | — | προοικονομήστε / προοικονομείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
προοικονομήθηκαπροοικονομούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →