προοιωνίζομαι
•
- δίνω ενδείξεις ή σημάδια για κάτι που θα συμβεί στο μέλλον Βικιλεξικό
- οι πρόσφατες ελάχιστες βροχές προοιωνίζονται κι άλλη χρονιά ξηρασίας
Ετυμολογία
προοιωνίζομαι < προ- + αρχαία ελληνική οἰωνίζομαι < οἰωνός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προοιωνίζομαι | προοιωνίζεσαι | προοιωνίζεται | προοιωνιζόμαστε | προοιωνίζεστε | προοιωνίζονται |
| Παρατατικός | προοιωνιζόμουν / προοιωνιζόμουνα | προοιωνιζόσουν / προοιωνιζόσουνα | προοιωνιζόταν / προοιωνιζότανε | προοιωνιζόμασταν / προοιωνιζόμαστε | προοιωνιζόσασταν / προοιωνιζόσαστε | προοιωνίζονταν / προοιωνιζόντουσαν |
| Αόριστος | προοιωνίστηκα | προοιωνίστηκες | προοιωνίστηκε | προοιωνιστήκαμε | προοιωνιστήκατε | προοιωνίστηκαν / προοιωνιστήκαν / προοιωνιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα προοιωνίζομαι / θα προοιωνιστώ | θα προοιωνίζεσαι / θα προοιωνιστείς | θα προοιωνίζεται / θα προοιωνιστεί | θα προοιωνιζόμαστε / θα προοιωνιστούμε | θα προοιωνίζεστε / θα προοιωνιστείτε | θα προοιωνίζονται / θα προοιωνιστούν / θα προοιωνιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω προοιωνιστεί | έχεις προοιωνιστεί | έχει προοιωνιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προοιωνιστεί | είχες προοιωνιστεί | είχε προοιωνιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προοιωνιστεί / να προοιωνίζομαι / να προοιωνιστώ | να έχεις προοιωνιστεί / να προοιωνίζεσαι / να προοιωνιστείς | να έχει προοιωνιστεί / να προοιωνίζεται / να προοιωνιστεί | να προοιωνιζόμαστε / να προοιωνιστούμε | να προοιωνίζεστε / να προοιωνιστείτε | να προοιωνίζονται / να προοιωνιστούν / να προοιωνιστούνε |
| Προστακτική | — | προοιωνίζου / προοιωνίσου | — | — | προοιωνίζεστε / προοιωνιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →