προορατικότητα
•
- το να είναι κάποιος προορατικός, η ιδιότητα ή η ικανότητα του προορατικού Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηπρονοητικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προορατικότητα < προορατικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προορατικότητα | προορατικότητες |
| Γενική | προορατικότητας | προορατικοτήτων |
| Αιτιατική | προορατικότητα | προορατικότητες |
| Κλητική | προορατικότητα | προορατικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →