Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προορατικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάποιος προορατικός, η ιδιότητα ή η ικανότητα του προορατικού Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηπρονοητικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προορατικότητα < προορατικός + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπροορατικότηταπροορατικότητες
Γενικήπροορατικότηταςπροορατικοτήτων
Αιτιατικήπροορατικότηταπροορατικότητες
Κλητικήπροορατικότηταπροορατικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →