Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπέμπω

ρήμα
•
  1. λόγιοξεπροβοδίζω, κατευοδώνω Βικιλεξικό
  2. λόγιοακολουθώ τη μεταφορά ενός νεκρού ως τον τάφο του, την εκφορά του Βικιλεξικό
  3. κατατρέχω Βικιλεξικό
    • Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ ἀβγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)

Ετυμολογία

προπέμπω < αρχαία ελληνική προπέμπω < πρό + πέμπω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςπροπέμπωπροπέμπειςπροπέμπειπροπέμπουμεπροπέμπετεπροπέμπουν / προπέμπουνε
Παρατατικόςπροέπεμπαπροέπεμπεςπροέπεμπεπροπέμπαμεπροπέμπατεπροέπεμπαν / προπέμπαν / προπέμπανε
Αόριστοςπροέπεμψαπροέπεμψεςπροέπεμψεπροπέμψαμεπροπέμψατεπροέπεμψαν / προπέμψαν / προπέμψανε
Μέλλονταςθα προπέμπω / θα προπέμψωθα προπέμπεις / θα προπέμψειςθα προπέμπει / θα προπέμψειθα προπέμπουμε / θα προπέμψουμεθα προπέμπετε / θα προπέμψετεθα προπέμπουν / θα προπέμπουνε / θα προπέμψουν / θα προπέμψουνε
Παρακείμενοςέχω προπέμψειέχεις προπέμψειέχει προπέμψειέχουμε προπέμψει——
Υπερσυντέλικοςείχα προπέμψειείχες προπέμψειείχε προπέμψει———
Υποτακτικήνα έχω προπέμψει / να προπέμπω / να προπέμψωνα έχεις προπέμψει / να προπέμπεις / να προπέμψειςνα έχει προπέμψει / να προπέμπει / να προπέμψεινα έχουμε προπέμψει / να προπέμπουμε / να προπέμψουμενα προπέμπετε / να προπέμψετενα προπέμπουν / να προπέμπουνε / να προπέμψουν / να προπέμψουνε
Προστακτική—πρόπεμπε / πρόπεμψε——προπέμπετε / προπέμψτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →