προπέμπω
•
- λόγιοξεπροβοδίζω, κατευοδώνω Βικιλεξικό
- λόγιοακολουθώ τη μεταφορά ενός νεκρού ως τον τάφο του, την εκφορά του Βικιλεξικό
- κατατρέχω Βικιλεξικό
- Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ ἀβγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη, ἀπασσάλωτη, ξετσίπωτη, κτλ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)
Ετυμολογία
προπέμπω < αρχαία ελληνική προπέμπω < πρό + πέμπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προπέμπω | προπέμπεις | προπέμπει | προπέμπουμε | προπέμπετε | προπέμπουν / προπέμπουνε |
| Παρατατικός | προέπεμπα | προέπεμπες | προέπεμπε | προπέμπαμε | προπέμπατε | προέπεμπαν / προπέμπαν / προπέμπανε |
| Αόριστος | προέπεμψα | προέπεμψες | προέπεμψε | προπέμψαμε | προπέμψατε | προέπεμψαν / προπέμψαν / προπέμψανε |
| Μέλλοντας | θα προπέμπω / θα προπέμψω | θα προπέμπεις / θα προπέμψεις | θα προπέμπει / θα προπέμψει | θα προπέμπουμε / θα προπέμψουμε | θα προπέμπετε / θα προπέμψετε | θα προπέμπουν / θα προπέμπουνε / θα προπέμψουν / θα προπέμψουνε |
| Παρακείμενος | έχω προπέμψει | έχεις προπέμψει | έχει προπέμψει | έχουμε προπέμψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προπέμψει | είχες προπέμψει | είχε προπέμψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προπέμψει / να προπέμπω / να προπέμψω | να έχεις προπέμψει / να προπέμπεις / να προπέμψεις | να έχει προπέμψει / να προπέμπει / να προπέμψει | να έχουμε προπέμψει / να προπέμπουμε / να προπέμψουμε | να προπέμπετε / να προπέμψετε | να προπέμπουν / να προπέμπουνε / να προπέμψουν / να προπέμψουνε |
| Προστακτική | — | πρόπεμπε / πρόπεμψε | — | — | προπέμπετε / προπέμψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →