προπαγανδίζω
•
- το να κάνω προπαγάνδα, προβάλλω δημόσια μια άποψη με στόχο να επηρεάσω την κοινή γνώμη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαγανδίζω < προπαγάνδ(α) + -ίζω > (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική propagandize ή από τη γαλλική έκφραση faire de la propagande > μεσαιωνική λατινική propaganda > λατινικό ρήμα propago. Συγγενικό και το ιταλικό propagare ("απλώνω, πολλαπλασιάζω, διαδίδω")
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | προπαγανδίζω | προπαγανδίζεις | προπαγανδίζει | προπαγανδίζουμε | προπαγανδίζετε | προπαγανδίζουν / προπαγανδίζουνε |
| Παρατατικός | προπαγάνδιζα | προπαγάνδιζες | προπαγάνδιζε | προπαγανδίζαμε | προπαγανδίζατε | προπαγάνδιζαν / προπαγανδίζαν / προπαγανδίζανε |
| Αόριστος | προπαγάνδισα | προπαγάνδισες | προπαγάνδισε | προπαγανδίσαμε | προπαγανδίσατε | προπαγάνδισαν / προπαγανδίσαν / προπαγανδίσανε |
| Μέλλοντας | θα προπαγανδίζω / θα προπαγανδίσω | θα προπαγανδίζεις / θα προπαγανδίσεις | θα προπαγανδίζει / θα προπαγανδίσει | θα προπαγανδίζουμε / θα προπαγανδίσουμε | θα προπαγανδίζετε / θα προπαγανδίσετε | θα προπαγανδίζουν / θα προπαγανδίζουνε / θα προπαγανδίσουν / θα προπαγανδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω προπαγανδίσει | έχεις προπαγανδίσει | έχει προπαγανδίσει | έχουμε προπαγανδίσει | έχετε προπαγανδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα προπαγανδίσει | είχες προπαγανδίσει | είχε προπαγανδίσει | είχαμε προπαγανδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω προπαγανδίσει / να προπαγανδίζω / να προπαγανδίσω | να έχεις προπαγανδίσει / να προπαγανδίζεις / να προπαγανδίσεις | να έχει προπαγανδίσει / να προπαγανδίζει / να προπαγανδίσει | να έχουμε προπαγανδίσει / να προπαγανδίζουμε / να προπαγανδίσουμε | να έχετε προπαγανδίσει / να προπαγανδίζετε / να προπαγανδίσετε | να προπαγανδίζουν / να προπαγανδίζουνε / να προπαγανδίσουν / να προπαγανδίσουνε |
| Προστακτική | — | προπαγάνδιζε / προπαγάνδισε | — | — | προπαγανδίζετε / προπαγανδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →