Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

προπανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χημείαπου έχει σχέση με προπάνιο ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

προπανικός < προπάνιο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπανικόςπροπανικήπροπανικό
Γενικήπροπανικούπροπανικήςπροπανικού
Αιτιατικήπροπανικόπροπανικήπροπανικό
Κλητικήπροπανικέπροπανικήπροπανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπροπανικοίπροπανικέςπροπανικά
Γενικήπροπανικώνπροπανικώνπροπανικών
Αιτιατικήπροπανικούςπροπανικέςπροπανικά
Κλητικήπροπανικοίπροπανικέςπροπανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →