προπαραλήγουσα
•
- η τρίτη από το τέλος συλλαβή μιας λέξης Βικιλεξικό
- όλες οι λέξεις που τονίζονται στην προπαραλήγουσα παίρνουν οξεία
Ετυμολογία
προπαραλήγουσα < (ελληνιστική κοινή), θηλυκό του προπαραλήγων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος προπαραλήγω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προπαραλήγουσα | προπαραλήγουσες |
| Γενική | προπαραλήγουσας | προπαραληγουσών |
| Αιτιατική | προπαραλήγουσα | προπαραλήγουσες |
| Κλητική | προπαραλήγουσα | προπαραλήγουσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →