προπαρασκεύασμα
•
- το αποτέλεσμα τού προπαρασκευάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προπαρασκεύασμα < προπαρασκευάζω + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προπαρασκεύασμα | προπαρασκευάσματα |
| Γενική | προπαρασκευάσματος | προπαρασκευασμάτων |
| Αιτιατική | προπαρασκεύασμα | προπαρασκευάσματα |
| Κλητική | προπαρασκεύασμα | προπαρασκευάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →